Connect with us

Γιώργος Κυριακίδης

Ολυμπιακός 2020-21: Μια πρώτη εκτίμηση

Ο Γιώργος Κυριακίδης αναλύει τα δεδομένα, που θα διαμορφώσουν το ρόστερ του Ολυμπιακού τη νέα σεζόν. Ποιοι μένουν, ποιοι αποχωρούν και ποιοι είναι πιθανό να πιάσουν λιμάνι. Οι προτεραιότητες και οι εναλλακτικές στον σχεδιασμό του Γιώργου Μπαρτζώκα.

Δημοσιεύτηκε

Τη δεδομένη χρονική στιγμή, υπό Κ.Σ. (= κανονικές συνθήκες) θα βαδίζαμε προς την τελική ευθεία της κανονικής περιόδου της Ευρωλίγκας. Λόγω πανδημίας, η ολοκλήρωση της σεζόν είτε θα μετατεθεί χρονικά είτε δεν θα λάβει ποτέ χώρα. Ανεξάρτητα, όμως, από την πορεία των πραγμάτων, ο Γιώργος Μπαρτζώκας και οι συνεργάτες του έχουν ήδη αρχίσει να ιχνηλατούν τη μεταγραφική αγορά. Ως γνωστόν, η ημερομηνία λήξης των περισσότερων συμβολαίων είναι η 30ή Ιουνίου, αλλά οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν από την άνοιξη και δη τον μήνα που διανύουμε (Μάρτιο).

Στο θέμα αυτό μπορούν να μπουν πολλοί αστερίσκοι και υποσημειώσεις, με δεδομένο ότι η τιμή πολλών παικτών κρίνεται από την τελική έκβαση της χρονιάς, δηλαδή από το εάν η ομάδα τους και οι ίδιοι καταφέρουν να εκπληρώσουν ή και να υπερβούν τους στόχους που είχαν τεθεί. Τα τελευταία χρόνια, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις αθλητών που ανέβασαν την απόδοσή τους και άλλαξαν τη μοίρα του συνόλου, με ίσως πιο πρόσφατη και χαρακτηριστική εκείνη του Σέιν Λάρκιν πέρσι με την Αναντολού Εφές.

Με άξονα και αφετηρία, λοιπόν, τα πεπραγμένα της φετινής πορείας της ομάδας και των παικτών που την αποτελούσαν, αλλά και την πρόσφατη συνέντευξη του Γιώργου Μπαρτζώκα στο Εurohoops, μπορούμε να επιχειρήσουμε με σχετική ασφάλεια μια πρώτη προσέγγιση της εικόνας του “ερυθρόλευκου” ρόστερ την αγωνιστική περίοδο 2020-21.

Ξεκινάμε από τα “εύκολα”. Ο “κορμός” της ομάδας, που περιλαμβάνει τους Βασίλη Σπανούλη, Γιώργο Πρίντεζη και Κώστα Παπανικολάου μένει άθικτος, με μοναδική εκκρεμότητα την ανανέωση -ίσως για τελευταία φορά στην τεράστια καριέρα του- με τον αρχηγό. Ο Σπανούλης δεν έχει αποθεραπευθεί ακόμη, δεν πρόκειται να επανέλθει ακόμα κι αν η σεζόν συνεχιστεί σε ενάμιση μήνα, αλλά θεωρείται βέβαιο ότι θα προλάβει την προετοιμασία για την επόμενη περίοδο. Για τον δε Τρικαλινό φόργουορντ, η σεζόν 2020-21 ενδεχομένως να αποτελέσει και κριτήριο για το κατά πόσο θα μπορεί να ηγηθεί του συνόλου στη μετά Σπανούλη (και Πρίντεζη) εποχή.

Αντώνης Κόνιαρης, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Αλέξανδρος Βεζένκοφ θεωρούνται επίσης βέβαιο ότι παραμένουν, άπαντες σε βοηθητικό πλην ουσιαστικό ρόλο. Ο πρώτος μπήκε φέτος στα “βαθιά” και επέπλευσε με άνεση, παρότι συχνά του ζητούνταν περισσότερα πράγματα απ’όσα μπορούσε να υποστηρίξει, ο δεύτερος στην πραγματικότητα έπαιξε ελάχιστα στη νέα του ομάδα (και λόγω τραυματισμού), σε αντίθεση με τον Ιωνικό Νικαίας, ενώ ο Βουλγαροκύπριος φόργουορντ έχει χαρακτηριστικά που αρέσουν στον Μπαρτζώκα και το βασικό ζητούμενο για τον ίδιο είναι η σταθερότητα.

Οι Αλέξανδρος Νικολαΐδης και Αλεξέι Ποκουσέφσκι έχουν ήδη πάρει γεύση από Ευρωλίγκα, μόνο που για τον δεύτερο εκκρεμεί η υπόθεση NBA draft και υπάρχει σοβαρή περίπτωση να μετακομίσει από φέτος στις ΗΠΑ, όπου το πρώτο μέλημα θα (πρέπει να) είναι η σωματική του ενδυνάμωση ώστε ν’αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του κορυφαίου πρωταθλήματος, εφόσον επιλεγεί από κάποια ομάδα.

Κλείνοντας το κεφάλαιο των κατόχων ελληνικού διαβατηρίου, οφείλουμε να αναφέρουμε δύο ονόματα: Γιαννούλης Λαρεντζάκης και Κώστας Σλούκας.

Ο γκαρντ από την Κύθνο, που έκανε μια μάλλον μέτρια χρονιά με τη Μούρθια, φέρεται να έχει συμφωνήσει από τον χειμώνα κιόλας με τον Ολυμπιακό και λογικά θα ανακοινωθεί όταν ολοκληρωθεί -με όποιον τρόπο- η τρέχουσα σεζόν. Μπορεί να δώσει μέγεθος στην άμυνα, να συνδράμει στην επίθεση και να κυνηγήσει χαμένες φάσεις με τη μαχητικότητά του, χαρακτηριστικά που στο φετινό ρόστερ μονάχα ο Κόνιαρης διέθετε. Φυσικά, όπως εκείνος, έτσι και ο Λαρεντζάκης θα πρέπει να συνηθίσει να παίζει σε υψηλότερο επίπεδο στα 27 του χρόνια, κάτι που είχε πετύχει φερ’ειπείν ο Καϊμακόγλου, ο οποίος στην ίδια ηλικία είχε πάει στον Παναθηναϊκό από το Μαρούσι το 2010, έχοντας ωστόσο την πολύτιμη εμπειρία της εκπληκτικής πορείας της ομάδας του Μπαρτζώκα στην Ευρωλίγκα.

Για τον Σλούκα, τα δεδομένα είναι σύνθετα, αλλά μπορεί και να απλοποιηθούν: ο 30χρονος γκαρντ έχει συμβόλαιο με τη Φενέρμπαχτσε, που περιλαμβάνει οψιόν παραμονής/αποχώρησης, η τουρκική ομάδα διανύει τη χειρότερη περίοδο αγωνιστικά από τότε που ανέλαβε ο Ομπράντοβιτς, αντιμετωπίζοντας σημαντικά οικονομικά προβλήματα την τελευταία διετία, ενώ η πρόσφατη εξέλιξη με την παθητική στάση της τουρκικής λίγκας απέναντι στον κορωνοϊό, που είχε ως αποτέλεσμα ο Σλούκας να προσβληθεί και να μπει σε καραντίνα στη Θεσσαλονίκη, ίσως να δημιουργήσουν δεύτερες και τρίτες σκέψεις στον ίδιο σχετικά με το μέλλον του στη γειτονική χώρα. Ξεκάθαρα, εάν ο Έλληνας διεθνής έπρεπε να λάβει εδώ και τώρα μια απόφαση, σταθμίζοντας τα δεδομένα, είναι πολύ πιθανό να αναθεωρούσε την περσινή του απόφαση, η οποία ασφαλώς ήταν προϊόν και της επικοινωνίας που είχε με τον Ομπράντοβιτς. Εάν ο τελευταίος αποχωρήσει, δεν αποκλείεται να προκύψει “κύμα” αποχωρήσεων από την πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2017, που θα μπορούσε να συμπαρασύρει και τον Σλούκα έπειτα από μια πενταετία στην Πόλη. Όσο για τις επιθυμίες του Μπαρτζώκα; Δύο φράσεις από την πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε φανερώνουν τις προθέσεις του: “Αν είχα την ευκαιρία να πάρω τον Κώστα Σλούκα, θα τον έπαιρνα με κλειστά τα μάτια! Αν είχα και πολλά λεφτά στα χέρια μου στο μπάτζετ, και πάλι θα τα έδινα για εκείνον, όσα και να αξίζει”.

Αναφορικά με το κεφάλαιο των ξένων παικτών, ο προπονητής των “ερυθρολεύκων” έχει ξεκαθαρίσει πως α) δεν είναι στο χέρι του να κρατήσει τον Μιλουτίνοφ και β) οι Σακίλ ΜακΚίσικ και Οκτέιβιους Έλις θα είναι στον Ολυμπιακό και του χρόνου.

Για τον Σέρβο, ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει αντίστροφα από πέρσι το καλοκαίρι, όταν ο Ολυμπιακός απέρριψε τις προτάσεις της Μπαρσελόνα και της ΤΣΣΚΑ Μόσχας, προκειμένου να τον κρατήσει, παρότι δεν κατάφερε να τον πείσει να ανανεώσει. Ανεξαρτήτως του τι πιστεύει ο καθένας για τη συγκεκριμένη απόφαση των αδερφών Αγγελόπουλων (προσωπικά με βρίσκει αντίθετο), επρόκειτο για μια κίνηση συσπείρωσης σε ένα υποτονικό μεταγραφικά καλοκαίρι για την ομάδα, καθώς και για την ύστατη προσπάθεια να πείσουν τον “Μίλου” να παραμείνει σε ένα περιβάλλον στο οποίο νιώθει οικεία. Ωστόσο, όταν ο παίκτης βλέπει έναν “χορό” εκατομμυρίων να του χτυπά την πόρτα από τη στιγμή που θα αποχωρήσει από τον Ολυμπιακό, είναι λογικό να έχει το μυαλό του αλλού. Καθόλου τυχαία, έχει αποφύγει τεχνηέντως τις ερωτήσεις σχετικά με το μέλλον του, που θα μπορούσαν να έχουν φέρει τόσο τον ίδιο (κυρίως) όσο και την ομάδα σε δύσκολη θέση. Οι πληροφορίες που θέλουν τον Μιλουτίνοφ να έχει έρθει σε προφορική συμφωνία με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας δεν έχουν διαψευστεί από τις αρχές Φλεβάρη που βγήκαν στο φως και όλα δείχνουν πως η πενταετής παρουσία του στον Πειραιά δεν θα συνεχιστεί.

Υπό το πρίσμα της αποχώρησης Μιλουτίνοφ, θα πρέπει να κριθεί και ο ρόλος που θα ανατεθεί στον Έλις την προσεχή σεζόν. Ο πρώην σέντερ του Προμηθέα έδειξε ικανός να προσφέρει άμεσα και γι’αυτό θα ενεργοποιηθεί η “οψιόν” της ομάδας προκειμένου να τον διατηρήσει στο δυναμικό της. Προορίζεται για δεύτερος ή τρίτος ψηλός, κάτι που θα εξαρτηθεί από την ετυμηγορία σχετικά με την παραμονή ή όχι του Ίθαν Χαπ, για τον οποίο ο Μπαρτζώκας είπε ότι “πρέπει να καταλάβει και να βρει τη θέση του, γιατί είναι κάτι μεταξύ “4” και “5””, προσθέτοντας ότι πολλές ομάδες θα τον θέλουν του χρόνου. Εάν ο Χαπ επιστρέψει από τον μονοετή δανεισμό του στην Κρεμόνα, αυτό θα σημαίνει ότι ο Ολυμπιακός όχι μόνο θα έχει υπόψη του ότι αρκετές ομάδες Ευρωλίγκας επρόκειτο να τον προσεγγίσουν, αλλά και ότι θα έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο αξιοποίησής του. Δεν θα είναι εύκολο γιατί ο Χαπ παρουσιάζει στοιχεία που δύσκολα συναντά κανείς σε σέντερ (όπως η πάσα), αλλά ταυτόχρονα είναι κάκιστος σουτέρ βολών και αρκετά αδύναμος για το επίπεδο της Ευρωλίγκας. Ως έβδομος ή όγδοος ξένος θα μπορούσε να παραμείνει άνετα στο ρόστερ. Εδώ ανοίγουμε μια παρένθεση για να επισημάνουμε πως εάν αυτό συμβεί, εκείνος που είναι πιθανότερο να εκπαραθυρωθεί είναι ο Ογκουστίν Ρούμπιτ. Όποτε αγωνίστηκε στη φυσική του θέση, εκείνη του πάουερ φόργουοντ, ο πρώην παίκτης της Μπάμπεργκ έδειξε τα προσόντα του. Όμως, εάν μείνει και ο Χαπ, ο Ολυμπιακός θα διεθέτει δύο παίκτες που θα μπορούν να παίζουν ως σέντερ κάτω από ειδικές συνθήκες και όχι με όλους τους αντιπάλους. Αυτό είναι ένα ακόμα δίλημμα για τον Μαρουσιώτη κόουτς, που θα πρέπει να βρει απάντηση σχετικά σύντομα.

Ο Σακίλ ΜακΚίσικ έχει αρκετές ομοιότητες με τον Έλις: αποκτήθηκε ως συμπληρωματικός παίκτης, ωστόσο έδειξε να μπαίνει κατ’ευθείαν στο πνεύμα όσων θέλει ο προπονητής του και να προσαρμόζεται σε χρόνο μηδέν. Αυτό φάνηκε στα παιχνίδια με τη Μακάμπι στο Τελ Αβίβ και με τον Παναθηναϊκό στο ΣΕΦ, όπου παρά την αδυναμία του στο μακρινό σουτ, κατάφερε να σμπαραλιάσει την “πράσινη άμυνα”, προσφέροντας σωρεία εντυπωσιακών καρφωμάτων. Η αδιαμφισβήτητη αθλητικότητά του είναι ένα από τα βασικά του προσόντα που τον διατηρούν στους Πειραιώτες.

Από την αναφορά του Μπαρτζώκα στον Μπράντον Πολ (“Όταν αποφασίσουμε για τους βασικούς άσους και ψηλούς, τότε θα μπορώ να πω”), αντιλαμβάνεται κανείς πως η παραμονή του Αμερικανού swingman δεν αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα αποτελέσει παρελθόν, αλλά η αγωνιστική του πτώση από τον Ιανουάριο και μετά κατέδειξε το γεγονός πως ένας παίκτης που στηρίζει το επιθετικό του παιχνίδι τόσο πολύ στο σουτ, σπανίως μπορεί να έχει ένα τέτοιο συμβόλαιο σε ομάδα συνολικού μπάτζετ των δέκα περίπου εκατομμυρίων ευρώ.

Ακόμα λιγότερες είναι οι πιθανότητες παραμονής του Ουέιντ Μπόλντγουιν. Ο Μπαρτζώκας αναγνωρίζει πως πρόκειται για προικισμένο αθλητή, αλλά του καταλογίζει απειρία στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, αστάθεια και δυσκολία στην επικοινωνία. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η παραμονή του θα συνεπαγόταν ένα ρίσκο που ο Ολυμπιακός θα ήταν διατεθειμένος να πάρει μόνο στην περίπτωση που η αγορά – όπως πέρσι- δεν τον διευκολύνει να αποκτήσει τις πρώτες ή έστω δεύτερες επιλογές του στις θέσεις των γκαρντ. Με βάση το κριτήριο της αθλητικότητας, ο Τέιλορ Ρότσεστι έχει ήδη “τελειώσει” από την ομάδα της νέας περιόδου.

Συμπερασματικά, ο Ολυμπιακός της σεζόν 2020-21 αναμένεται να διαθέτει στις τάξεις του περισσότερους Έλληνες από φέτος και τουλάχιστον οκτώ στελέχη της φετινής ομάδας (Σπανούλη, Πρίντεζη, Παπανικολάου, Κόνιαρη, Χαραλαμπόπουλο, Βεζένκοφ, ΜακΚίσικ, Έλις), με την υποσημείωση ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης ενδέχεται να δοθεί δανεικός εάν οι “ερυθρόλευκοι” δεν αγωνίζονται στην Basket League. Τη στιγμή που γράφεται το κείμενο, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα συμβεί με το συγκεκριμένο ζήτημα. Στην περίπτωση που η Ευρωλίγκα δεν ολοκληρωθεί, από τη στιγμή που θα έχει ληφθεί η σχετική απόφαση, ξεκινάει το “σαφάρι” των ομάδων για να καλύψουν όχι μόνο τα αγωνιστικά τους κενά, αλλά κυρίως τις οικονομικές απώλειες που θα έχει αφήσει πίσω της η φετινή λειψή χρονιά.

Για τον τρεις φορές πρωταθλητή Ευρώπης, οι βασικές μεταγραφικές προτεραιότητες συνοψίζονται σε τρεις κινήσεις: 1) βασικός πλέι-μέικερ (με πρώτο στόχο τον Σλούκα ή άλλον πρωτοκλασάτο γκαρντ) 2) βασικός σέντερ (αντι-Μιλουτίνοφ, με λιγότερα χρήματα απ’όσα έπαιρνε ο Σέρβος στον τελευταίο χρόνο του συμβολαίου του) και 3) σουτέρ δύο θέσεων (εάν ο Πολ κριθεί μονοδιάστατος ή υπερβολικά ακριβός, ο Μπαρτζώκας θα ψάξει σε διαφορετική βάση για τον παίκτη που θα πλαισιώσει τους Σπανούλη, ΜακΚίσικ, Παπανικολάου και ίσως Λαρεντζάκη). Όλες οι υπόλοιπες θέσεις, όπως ενός ακόμη combo guard, θα πληρωθούν με βάση την επιτυχή έκβαση των ανωτέρω υποθέσεων.

Διαβάστε περισσότερα...
Advertisement
Πατήστε για σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Κυριακίδης

Τα «άλματα» του BCL απειλούν την Ευρωλίγκα;

Ο Γιώργος Κυριακίδης γράφει για την εμφανή πρόοδο που καταγράφει το Basketball Champions League σε κάθε επίπεδο, αλλά και τα επόμενα στάδια που θα πρέπει να διανύσει για να απειλήσει ουσιαστικά την ακεραιότητα της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης.

Δημοσιεύτηκε

Εάν υπήρξε ένα μονάχα σημείο της συνέντευξης τύπου του Δημήτρη Γιαννακόπουλου, που βρήκε σύμφωνους σχεδόν όλους στο μπασκετικό στερέωμα, ήταν η αναφορά του στην οικονομική διαχείριση της Ευρωλίγκας. Ανεξαρτήτως της συμφωνίας ή διαφωνίας σε επιμέρους ζητήματα, η δεδομένη χρονική στιγμή αναδεικνύει τα μεγάλα και χρόνια προβλήματα στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.

Η Ευρωλίγκα είναι η λίγκα των μεγάλων αντιθέσεων. Όχι τόσο επειδή συγκεντρώνει ομάδες από χώρες με διαφορετικές υποδομές, φορολογία, νόμους κτλ., αλλά κυρίως γιατί ακόμα και μεταξύ των έντεκα μετόχων της σοβούν τεράστιες αντιθέσεις. Όσο εξαγγέλλεται και δεν επιβάλλεται ένα Financial Fair Play και ένα salary cap, παρά τις επανειλημμένες αναφορές του Τζόρντι Μπερτομέου, το χάσμα μεταξύ πατρίκιων και πληβείων θα αυξάνεται.

Ασφαλώς, το φλέγον ζήτημα των εσόδων που εγγυάται στις ομάδες η Ευρωλίγκα δεν είναι σημερινό, ούτε καν πρόσφατο. Οι απαρχές του βρίσκονται στις αρχές του τρέχοντος αιώνα, όταν η ULEB ένωσε υπό τη σκέπη της πολλές ισχυρές (αγωνιστικά και οικονομικά) ομάδες, υποσχόμενη -σε συνεργασία με τον τότε ισπανικό τηλεπικοινωνιακό κολοσσό Telefonica- περισσότερα χρήματα από όσα μπορούσε η μέχρι τότε κραταιά FIBA να προσφέρει. Για περίπου μια δεκαπενταετία, διάστημα κατά το οποίο η Ένωση Ευρωπαϊκών Λιγκών αποχώρησε από την Ευρωλίγκα, η Παγκόσμια Ομοσπονδία είχε περιοριστεί σε ρόλο κομπάρσου. Διοργανώνοντας τουρνουά με ομάδες που δεν ήταν κατά κανόνα ούτε στις 40 κορυφαίες της ηπείρου, μοιραία απώλεσε σημαντικό μέρος της αίγλης, αλλά και της επιρροής της, αποδεχόμενη ουσιαστικά τη μοίρα της.

Έναν χρόνο μετά τη φαινομενικά συμφέρουσα συμφωνία της Ευρωλίγκας με την IMG, η FIBA υπό την ηγεσία του Πάτρικ Μπάουμαν αποφάσισε να ξαναμπεί δυναμικά στο πεδίο της διοργάνωσης ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων. Θεωρητικά, και αυτή τη φορά τα δεδομένα ήταν εναντίον της, καθώς το deal με την IMG είχε προέλθει με ομοφωνία των έντεκα μετόχων και δεν διαφαινόταν καμιά “διαρροή” στον ορίζοντα. Μάλιστα, σύμφωνα με όσα είχαν συνομολογήσει οι δύο πλευρές, η Euroleague μαζί με την ΙΜG θα αναλάμβαναν την εμπορική διαχείριση, το μάνατζμεντ, αλλά και τα δικαιώματα σε μάρκετινγκ και media.

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία, που πρόοριζε την έναρξη ενός μπασκετικού Τσάμπιονς Λιγκ για το 2015 σε συνεργασία με την Euroleague Basketball, αντιλήφθηκε ότι σε πρώτη φάση δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα 30 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία η ΙΜG κατέβαλε εν είδει μπόνους στην Ευρωλίγκα. Η εκκίνηση του BCL το 2016 βρήκε, μάλιστα, όλους τους μεγάλους και πλούσιους ευρωπαϊκούς συλλόγους το λιγότερο επιφυλακτικούς. Τα επόμενα χρόνια, τα επικριτικά-υποτιμητικά σχόλια επέμεναν και συνήθως ήταν βάσιμα: “Εάν η FIBA διοργανώνει ένα επιτυχημένο προϊόν, γιατί περιμένει να μάθει τις ομάδες του Final Four για να απονείμει σε κάποια εξ αυτών τη φιλοξενία του; “. Εσχάτως, οι περισσότεροι πληροφορήθηκαν δια στόματος Μπερτομέου ότι οι ομάδες που αποφάσισαν να αλλάξουν διοργάνωση πριμοδοτήθηκαν και, επιπλέον, θα λάβουν χρήματα και για το πλασάρισμά τους στο εθνικό πρωτάθλημα που συμμετέχουν. Οι συχνές διαβεβαιώσεις του Πατρίκ Κομνηνού περί αξιοκρατικών κριτηρίων δεν μπορούν να αποκρύψουν το γεγονός ότι ο βασικός στόχος του BCL σε ενεστώτα χρόνο είναι η αποδυνάμωση του Eurocup, κάτι που επιτυγχάνεται και με μια μακροχρόνια δέσμευση ομάδων στη διοργάνωση.

Προς το παρόν, η Ευρωλίγκα μοιάζει απρόσβλητη από οποιαδήποτε “επίθεση”. Παραμένει το κορυφαίο μπασκετικό προϊόν στη γηραιά ήπειρο, ενώ εξακολουθεί να προσφέρει -έστω και ασθμαίνοντας- τα περισσότερα έσοδα. Ωστόσο, η κυριαρχία του τυφλού στους μονόφθαλμους δεν σημαίνει πως τα επόμενα χρόνια το οικοδόμημα της κλειστής λίγκας του Μπερτομέου θα μπορέσει να επιβιώσει αβρόχοις ποσί. Ήδη, το Eurocup μετράει ηχηρές αποχωρήσεις: Νταρουσάφακα, Λιέτουβος Ρίτας, Μπιλμπάο, Τόφας Μπούρσα, Γαλατάσαραϊ έχουν προσχωρήσει στη FIBA. Προφανώς και γιατί τα θέλγητρα μιας σεζόν στα “σαλόνια” δεν είναι αρκετά ισχυρά μπροστά σε μια ρεαλιστική εκτίμηση εσόδων-εξόδων.

Στον αντίποδα, όσο ομάδες της δυναμικής και της ιστορίας της Παρτίζαν – η οποία βρέθηκε πολύ κοντά στο BCL- και του Παναθηναϊκού δεν αποφασίζουν να διαβούν τον Ρουβίκωνα και παραμένουν υπό τη σκέπη της Ευρωλίγκας, ο Πατρίκ Κομνηνός δεν μπορεί να πανηγυρίζει. Όσο κι αν το Τσάμπιονς Λιγκ κερδίζει φίλους παντού, η Ευρωλίγκα εξακολουθεί να στηρίζεται όχι μόνο στις δέκα ομάδες με εγγυημένο συμβόλαιο που μέχρι στιγμής δεν έχουν εκφράσει την παραμικρή αντίρρηση στον Μπερτομέου ακόμα και για μονομερείς κινήσεις (όπως η συμφωνία με την Ένωση Παικτών για τα φετινά οφειλόμενα), αλλά και στην αδιαμφισβήτητη λάμψη των μεγάλων μπάτζετ και των γεμάτων γηπέδων.

Με αυστηρά λογιστικά κριτήρια, στο περιβάλλον του ευρωπαϊκού μπάσκετ, μια ομάδα που δεν χρηματοδοτείται από τον ιδιοκτήτη της και ζει μόνο με βάση τα έσοδά της, δεν μπορεί να έχει αγωνιστικό μπάτζετ μεγαλύτερο των επτά-οκτώ εκατομμυρίων. Όσα εισιτήρια διαρκείας και να διαθέσει (που φέτος θα είναι είτε μειωμένα είτε ανύπαρκτα), όσους πραγματικούς χορηγούς και να βρει, όσο μεγάλο και να είναι το τηλεοπτικό της συμβόλαιο, τα αριθμητικά δεδομένα στο ευρωπαϊκό μπάσκετ είναι αμείλικτα και δεν κάνουν διακρίσεις. Πόσω μάλλον όταν αυτή τη στιγμή, όσοι επιχειρούν να πάνε κόντρα στη συγκυρία ξοδεύοντας μεγάλα ποσά (όπως η Αρμάνι Μιλάνου), διακινδυνεύουν να βρεθούν την επόμενη χρονιά αντιμέτωποι με το ίδιο ακριβώς σενάριο λόγω κορονοϊού.

Η “μεσαία τάξη”, λοιπόν, δείχνει να προτιμά το Τσάμπιονς Λιγκ. Μέχρι, όμως, η διοργάνωση της FIBA να αποκτήσει και τη χάρη, εκτός από το όνομα, έχει αρκετό ακόμα δρόμο να διανύσει. Η ψευδαίσθηση που έδωσε η συμφωνία με την IMG ότι οι -κυρίως οικονομικές- ανισότητες μεταξύ των συλλόγων θα μπορούσαν να αμβλυνθούν, έχει πλέον καταρρεύσει. Ωστόσο, η πλειοψηφία στην Ευρωλίγκα ανήκει ακόμη σε μετόχους, οι ιδιοκτήτες των οποίων διαθέτουν πολύ βαθιά τσέπη. Εάν ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είχε συμπαραστάτες που να συνεισφέρουν οικονομικά στην ΚΑΕ Παναθηναϊκό (κάτι που συνέβαινε παλαιότερα με Παύλο, Θανάση, Κώστα, Κατερίνα), πιθανότατα δεν θα είχε ανακοινώσει το τέλος εποχής. Τα ποσά που θα έπρεπε να εκταμιεύσει για να κρατήσει την ομάδα ανταγωνιστική θα ήταν μικρότερα, όπως και η συνεπακόλουθη φθορά.

Για να μπορέσει το Τσάμπιονς Λιγκ να προσελκύσει συλλόγους όπως το “τριφύλλι” δεν αρκεί να υποσκελίσει και να αποψιλώσει το Eurocup. Θα πρέπει να πείσει ότι μπορεί να κοιτάξει την Ευρωλίγκα σαν ίσος προς ίσο και να προσφέρει τεχνογνωσία και τεχνοκρατική προσέγγιση, κάτι που έλειπε στο παρελθόν. Όσο ισχυρό κι αν είναι το brand name του Παναθηναϊκού, η παγιωμένη κατάσταση δύσκολα θα αλλάξει σε περίπτωση που υπάρξει απόφαση για BCL. H εξεύρεση συμμάχων ήταν μια διαδικασία, στην οποία επιδόθηκαν οι “πράσινοι” στην πρώτη απόπειρα απόσχισης από την Ευρωλίγκα το 2018, αλλά απέτυχαν παταγωδώς. Το πιθανότερο σενάριο είναι το ίδιο να συμβεί και τώρα.

Το πρώτιστο για κάθε ομάδα είναι να δράσει ανάλογα με το συμφέρον της. Τη δεδομένη στιγμή, τα εμπορικά δεδομένα του BCL σαφώς θα άλλαζαν με μια πιθανή προσθήκη του Παναθηναϊκού, αλλά όχι στον βαθμό που να εγγυώνται στους “πράσινους” το πλουσιοπάροχο τηλεοπτικό συμβόλαιο που έχουν στην Ευρωλίγκα. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε η ρήτρα των δέκα εκατομμυρίων, η απόφαση θα ήταν εξίσου δύσκολη. Ομάδες που έχουν εξελιχθεί σε μόνιμους θαμώνες του Eurocup, όπως η Μάλαγα, η Λοκομοτίβ Κουμπάν, η Άλμπα Βερολίνου και η Βαλένθια (οι δύο τελευταίες θα παίξουν και του χρόνου στην Ευρωλίγκα), ίσως να είναι οι επόμενοι στόχοι του BCL. Ορθότερα: θα έπρεπε να είναι, παρά το γεγονός ότι τα μπάτζετ τους είναι τεράστια για αυτό το επίπεδο.

Όμως, μόνο εάν οι “πλούσιοι” (όπως ο κυριολεκτικά πλούσιος Ρόιγκ, ιδιοκτήτης της Βαλένθια) κρίνουν ως εντελώς ασύμφορη επιχειρηματικά τη συμμετοχή στην Ευρωλίγκα, θα μπορέσει η FIBA να αποκομίσει πραγματικά οφέλη. Μέχρι δηλαδή, το δόκανο να πιάσει και ορισμένες πλούσιες ομάδες, ο Τζόρντι Μπερτομέου θα μπορεί να νιώθει σιγουριά. Από τη στιγμή που ο Καταλανός δικηγόρος δεν αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση από ένα αρραγές μέτωπο συλλόγων, θα έχει το δικαίωμα “να κουνάει το δάχτυλο όπου και όποτε θέλει”.

Διαβάστε περισσότερα...

Γιώργος Κυριακίδης

Ο Ρικ, τα πανηγύρια και τα τριάντα αργύρια

Ο Γιώργος Κυριακίδης εγκαινιάζει το blog του στο jumpshot.gr, γράφoντας για τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση του Ρικ Πιτίνο να επιστρέψει στο κολεγιακό πρωτάθλημα, δίνοντας έτσι άδοξο τέλος στην εκ προοιμίου θνησιγενή θητεία του στον Παναθηναϊκό.

Δημοσιεύτηκε

Ο Ρικ Πιτίνο επέλεξε χθες (17/3) να αποχαιρετήσει τον Παναθηναϊκό ΟΠΑΠ, ευχαριστώντας παράλληλα για τη συνεργασία διοίκηση, παίκτες και τεχνικό επιτελείο, παρά την εκπεφρασμένη του επιθυμία-δέσμευση περί επιστροφής του στην ομάδα για την οποια συνέχεια θα μπορούσε να εχει αυτή η χρονιά. Το γεγονός πως το συγκεκριμένο μήνυμα του Αμερικανού προπονητή ήρθε μέσα από τον λογαριασμό του στο Twitter, δηλαδή με τον προσφιλή τρόπο απεύθυνσής του, του προσδίδει και χαρακτήρα έμμεσης ανακοίνωσης. Δεδομένου ότι η “πράσινη” ΚΑΕ δεν έχει -ακόμα- αντιδράσει επισήμως στις εξελίξεις, που έφεραν τον θρυλικό κόουτς στον πάγκο του κολεγίου Αϊόνα, μέχρι στιγμής το συγκεκριμένο tweet αποτελεί ισχυρή ένδειξη πως ο Πιτίνο αποτελεί ήδη παρελθόν από την ελληνική ομάδα, ακόμα κι εάν η σεζόν συνεχιζόταν … αύριο.

Για τον Πιτίνο, σε αυτό το χρονικό σημείο της ζωής και της καριέρας του, δύο πράγματα έχουν τη μεγαλύτερη σημασία: η οικογένεια και η προπονητική. Με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Μετά το σκάνδαλο στο Πανεπιστήμιο του Λούιβιλ, που επέφερε την καθαίρεσή του το 2017, ο πρώτος στόχος του ήταν η αποκατάσταση του ονόματός του. Αυτό επετεύχθη τυπικά το φθινόπωρο του 2019 και έστειλε ένα πρώτο μήνυμα ότι ο δις πρωταθλητής του NCAA θα μπορούσε κάποτε να επιστρέψει εκεί όπου νιώθει πως ανήκει. Η απαλλαγή του απ’όσα του καταλογίζονταν, παρότι ο ίδιος πρόσφατα παραδέχθηκε ότι όφειλε να γνωρίζει τις πράξεις και κινήσεις των συνεργατών του εκείνη την περίοδο, αλλά και ο τελικός συμβιβασμός που προέκυψε, άναψαν το πράσινο φως σε ουκ ολίγα κολέγια προκειμένου να προσεγγίσουν τον 68χρονο προπονητή. Κάτι που δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί σε κανένα χρονικό σημείο από το 2017 κι εντεύθεν.

Το αποτέλεσμα φαντάζομαι είναι ήδη γνωστό: ο Πιτίνο αποδέχθηκε την πρόταση του Δημήτρη Γιαννακόπουλου και προσγειώθηκε σαν Άγιος Βασίλης στο ελληνικό και ευρωπαϊκό μπάσκετ στα τέλη Δεκέμβρη του 2018, μεταμορφώνοντας τον Παναθηναϊκό και οδηγώντας τον στα πλέι οφ της Ευρωλίγκας και σε δύο εγχώριους τίτλους. Για τον Αμερικανό, ο Παναθηναϊκός ήταν η ομάδα που του επέτρεψε να βγει από την προπονητική “ναφθαλίνη”, ωστόσο -κι αυτό έχει ίσως τη μεγαλυτερη σημασία- ουδέποτε υπήρξε ένα βαρόμετρο στην καριέρα του. Δηλαδή, ο ιδιος γνωριζε πως ό,τι κι αν πετύχαινε στην Ελλάδα και την Ευρωλίγκα, το όποιο επαγγελματικό του μέλλον α) είναι εντελώς ανεξάρτητο από τα ενδεχόμενα επιτεύγματά του και β) δεν βρίσκεται στη “γηραιά ήπειρο”, αλλά στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Είτε -στο ιδανικό σενάριο- στο ΝΒΑ και τους αγαπημένους του Νικς είτε στο κολεγιακό πρωτάθλημα σε μια ομάδα με έδρα τη Νέα Υόρκη, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του. Τέτοια περίπτωση αποδείχθηκε το Αϊόνα, το οποίο μάλιστα όχι μονάχα τον “έδεσε” με πενταετές συμβόλαιο, αλλά προσέθεσε ως όρο ένα -κατά τον Πιτίνο- απίθανα υψηλό μπάι άουτ για κάθε ενδιαφερόμενο, ώστε να αποκλείσει σχεδόν κάθε πιθανότητα να μην κλείσει εκεί την καριέρα του.

Ασφαλώς, ο τρόπος με τον οποίο έλαβαν χώρα οι συνομιλίες που οδήγησαν στην τελική συμφωνία Πιτίνο-Αϊόνα μπορεί να ξενίζουν. Κι αυτό γιατί οι συζητήσεις διεξήχθησαν μεσούσης της σεζόν, σε ένα διάστημα με πολλές, σημαντικές και κρίσιμες υποχρεώσεις για την ομάδα, ενώ και ορισμένες λεπτομέρειες που αφορούν άμεσα τις συμβατικές υποχρεώσεις του Πιτίνο (όπως το γεγονός ότι δείπνησε με εκπροσώπους του κολεγίου στη Μαδρίτη, ανήμερα της αναμέτρησης με τη Ρεάλ, αφήνοντας την υπόλοιπη ομάδα να επιστρέψει στην Αθήνα, αλλά και να προπονηθεί την επόμενη ημέρα χωρίς αυτόν) δεν αφήνουν καλή επίγευση στο “αντίο”. Για τον πολύ κόσμο, εκ πρώτης όψεως ο Πιτίνο έβλεπε τον αποκλεισμό από τα πλέι οφ της Ευρωλίγκας και την κατακόρυφη πτώση της ομάδας που προπονούσε και επιδόθηκε σε ατυχείς εθνικοπατριωτικές παρομοιώσεις, αφού είχε ήδη αποδειχθεί ανήμπορος να σταματήσει την κατρακύλα. Κι όλα αυτά τη στιγμή μάλιστα που διαπραγματευόταν το επαγγελματικό του μέλλον, παρότι είχε υπογράψει με τον Παναθηναϊκό μέχρι το 2021.

Είναι όντως πρωτοφανές ένας προπονητής να ανακοινώνεται από μια ομάδα, ενώ έχει ενεργό συμβόλαιο με μια άλλη. Ωστόσο, εάν έπρεπε να απαντήσουμε σύντομα στην ερώτηση: “Γιατί ο Πιτίνο επέλεξε να έρθει στην Ευρώπη;”, θεωρώ πως η απάντηση έχει ήδη δοθεί. Ο Παναθηναϊκός και η Ελλάδα ήταν ένα απαραίτητο διάλειμμα για τον ίδιο, προκειμένου να συνεχίσει να προπονεί -έστω και εάν πράγματι ουδέποτε διέπρεψε καθοδηγώντας επαγγελματίες, ούτε καν σε επίπεδο εθνικών ομάδων (όπως φάνηκε στη θητεία του το 2015 στο Πουέρτο Ρίκο)- και να μπορέσει κάποτε να επανέλθει στην πατρίδα του, όσο κι αν το περιβάλλον στο οποίο θα ενταχθεί παραμένει τοξικό λόγω του παρελθόντος του. Σ’αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικά τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ στην πλειονότητά τους δεν έχουν σταματήσει να επισημαίνουν την με κάθε τρόπο προσπάθεια του Πιτίνο να παραμείνει στη δημοσιότητα μετά το σκάνδαλο στο Λούιβιλ, που οδήγησε στην αποπομπή του. Πότε με διαδοχικές συνεντεύξεις (όπως πρόσφατα, που ούτως ή άλλως υπήρχε λόγος), πότε με το βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο: “Πιτίνο: Η ιστορία μου” (μεταφράστηκε και στα ελληνικά) ή με τον περίφημο λογαριασμό του στο Twitter, που από τον Σεπτέμβριο του 2018 λειτουργεί ως μια πηγή που αναβλύζει διαρκώς διφορούμενες δηλώσεις, μεγαλόστομες ατάκες και -όπως ο ίδιος είχε εξαγγείλει- “θετικότητα”. 

Πλέον, έχοντας ξεκάθαρη τη συνολική εικόνα, καταλαβαίνουμε και τους λόγους για τους οποίους ο Πιτίνο απέρριψε την πρόταση του Δημήτρη Γιαννακόπουλου να αναλάβει πρόεδρος-προπονητής από το καλοκαίρι του 2019, ακόμα και την επιθυμία του να κοουτσάρει την εθνική Ελλάδας. Σε όσους ακόμα κυνηγούν ανεμόμυλους και από την πρώτη στιγμή είχαν έτοιμη την εξήγηση πίσω από τη συμφωνία του Αμερικανού με την ΕΟΚ, συνοδεύοντάς την μάλιστα από μια δέσμευση που ο ίδιος ο Πιτίνο ουδέποτε ανέλαβε δημοσίως περί μη ανάληψης της τεχνικής ηγεσίας οποιουδήποτε συλλόγου την τρέχουσα σεζόν, τα όσα αναφέρει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν στην εθνική του Πουέρτο Ρίκο, που διεκδικούσε πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016, είναι άκρως διαφωτιστικά: “Ένας αριθμός ατόμων αναρωτήθηκαν εάν ανέλαβα τη δουλειά για να προσελκύσω κάποιον παίκτη και να τον φέρω στο κολέγιο (του Λούιβιλ). Όμως, δεν επρόκειτο καθόλου γι’αυτό. Η ομάδα του Πουέρτο Ρίκο ήταν γεμάτη από μεγάλους σε ηλικία παίκτες. Είχα αναλάβει εθελοντικά να προπονήσω γιατί πάντοτε αγαπούσα το Πουέρτο Ρίκο, αγαπούσα την ιδέα του να προσπαθήσω να οδηγήσω την ομάδα αυτή στους Ολυμπιακούς Αγώνες και επιπλέον με ενδιέφερε να μάθω πράγματα για το διεθνές μπάσκετ”.

Εάν αυτά τα λόγια σάς θυμίζουν κάτι, είναι γιατί σε αυτό τουλάχιστον το σκέλος, η λογική του Ρικ Πιτίνο παραμένει η ίδια. Όπου Πουέρτο Ρίκο μπορείτε να βάλετε Ελλάδα συν Γιάννη Αντετοκούνμπο, ο οποίος αποτελεί έξτρα κίνητρο για κάθε προπονητή. Ο εξυπνακισμός που αποτελεί βασική συνιστώσα των περισσότερων σχολίων στα μέρη μας, συνέδεσε τη συμφωνία Πιτίνο-ΕΟΚ με τον Παναθηναϊκό, παρουσιάζοντας τον Αμερικανό σαν ανδρείκελο που άγεται και φέρεται από Έλληνες παράγοντες και μάλιστα για χρηματικά ποσά που δεν θα έφταναν ούτε για τα εβδομαδιαία έξοδα της βίλας του στο Μαϊάμι.

Είναι “ένοχος”, λοιπόν, ο Πιτίνο; Μόνο για όσους αρέσκονται στην κατασκευή αόρατων εχθρών. Από ηθικής πλευράς, το τάιμινγκ θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερο εάν δεν υπήρχε κορωνοϊός. Σε μια περίοδο, όπου ο Παναθηναϊκός θα είχε συνεχείς αγώνες, μια τέτοια ανακοίνωση θα έμοιαζε εντελώς ανήκουστη και ανάρμοστη. Όμως, ειδικά με τις παρούσες συνθήκες, ο ρόλος του απατημένου συζύγου δεν νομίζω πως ταιριάζει σε έναν σύλλογο με το μέγεθος και την ιστορία των “πρασίνων”. Όταν παίρνεις έναν προπονητή σαν τον Πιτίνο, ξέρεις πως στην ουσία τον “δανείζεσαι” για μερικούς μήνες από το φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται να σχεδιάζεις το μακροπρόθεσμο μέλλον μαζί του, παρά μόνο να εκμεταλλευτείς στο έπακρο οτιδήποτε εκείνος μπορεί να δώσει σε ένα μέρος που μέχρι πρότινος τού ήταν εντελώς άγνωστο. Η αλήθεια είναι πως το ρίσκο που πήρε μαζί του ο Παναθηναϊκός είχε λιγότερο να κάνει με την προπονητική του αξία ή ακόμα και την προσαρμογή του στο ευρωπαϊκό και ελληνικό μπάσκετ και περισσότερο με το πρίσμα της προσωρινότητας, μέσα από το οποίο έβλεπε την παρουσία του στα μέρη μας. Ακόμα και εάν το Αϊόνα δεν υπήρχε πουθενά στον ορίζοντα, η ατάκα του Πιτίνο (σε συνέντευξή του σε ελληνικό μέσο) ότι δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από την οικογένειά του για τρίτη χρονιά δείχνει πως το προσεχές καλοκαίρι ο Hall of Famer θα μας αποχαιρετούσε οριστικά σε κάθε περίπτωση.

Εδώ πρέπει να γίνει μια σύνδεση με τα προηγούμενα: Η διοίκηση του Παναθηναϊκού επέλεξε το καλοκαίρι να πατήσει σε δύο βάρκες: η μια είχε το όνομα του Πιτίνο, ο οποίος δημοσίως δεν είχε δεσμευθεί πως θα επέστρεφε, αλλά είχε ενημερώσει παίκτες και τεχνικό επιτελείο ότι πιθανότατα θα το έπραττε, και η άλλη έφερε το όνομα του Αργύρη Πεδουλάκη. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει δεκτή η εισηγήση Πιτίνο για την απόκτηση του Ουάιλι και στη συνέχεια του Φρεντέτ, στον οποίο οι “πράσινοι” στράφηκαν όταν ο Στρέλνιεκς επέλεξε την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Την ομάδα, όμως, καθοδηγούσε πλέον ο Πεδουλάκης!

Όταν έγινε η δεύτερη μετά βαΐων και κλάδων επιστροφή Πιτίνο στην Αθήνα, σχεδόν όλοι έδωσαν βάση στην επίσημη ημερομηνία λήξης της (Ιούνιος 2021) και όχι στους όρους, βάσει των οποίων ο Αμερικανός κόουτς είχε την απόλυτη ελευθερία για πολύ συχνά ταξίδια στην πατρίδα του και ασφαλώς για τερματισμό της συνεργασίας για οποιονδήποτε λόγο μετά το πέρας της σεζόν 2019-2020. Εάν ο οργανισμός του Παναθηναϊκού ήθελε να “χτίσει” μια ομάδα για αρκετά χρόνια με βάση τις αρχές του Πιτίνο και όχι απαραίτητα τη φυσική του παρουσία μετά το 2021, η σκέψη ήταν θεωρητικά σωστή. Στην ομάδα προφανώς πόνταραν στο πολύ πιθανό ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί απολύτως καμία δελεαστική πρόταση στον προπονητή τους, ωστόσο γνώριζαν πως ο ίδιος άνθρωπος είχε επικαλεστεί οικογενειακούς λόγους στην άρνησή του να επιστρέψει το 2019. Ακόμα κι αν το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο εγγονός του ξεπεράστηκε, φάνηκε πως το περιστατικό αυτό ήταν μάλλον η κορυφή του παγόβουνου και σίγουρα όχι ο μοναδικός λόγος.

Εξάλλου, μιλάμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος τον Σεπτέμβρη του 2018 διακήρυττε ότι η προπονητική αποτελεί παρελθόν για τον ίδιο, ενώ σε μια άλλη συνέντευξή του λίγο αργότερα είχε πει το αμίμητο: “Εάν ένας προπονητής του ΝΒΑ απολυθεί μεσούσης της σεζόν … αυτό είναι πάντα μια επιλογή, αλλά δεν είναι μια επιλογή που εγώ θέλω να κάνω”. Σ

Σε πρόσφατο άρθρο του, το Sports Illustrated έγραψε ότι η πρόσληψη Πιτίνο από το Αϊόνα είναι σαν ο Παβαρότι να καλείται να τραγουδήσει σε τοπικό πανηγύρι στην Αϊόβα. Φρέσκος από την εμπειρία του σε μια χώρα χωρίς θέρμανση και στοιχειώδεις παροχές στα περισσότερα γήπεδα και γυμναστήρια, ο Πιτίνο επιστρέφει σε κολεγιακό πάγκο, έχοντας δει φέτος την άλλη όψη του περσινού νομίσματος. Όχι μόνο επειδή ο Παναθηναϊκός παρέπαιε το τελευταίο δίμηνο, με τον ίδιο να φέρει τεράστιο μερίδιο ευθύνης, αλλά διότι και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης που τον αποθέωναν, έφτασαν σχεδόν στην πλήρη αποδόμησή του. Από αυτή την άποψη, έστω κι αν έφυγε νωρίς, έζησε το πλήρες “ελληνικό πακέτο”.

Κι αυτό ίσως να είναι το υλικό για ένα ακόμη βιβλίο, όχι απαραίτητα γραμμένο από εκείνον.

Διαβάστε περισσότερα...

Like us on Facebook !

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ

Advertisement

Ενδιαφέροντα